Νίκος Πορτοκάλογλου - Το πλοίο θα σαλπάρει!
     Νέα δισκογραφική δουλειά και ζωντανές εμφανίσεις!

«Να απορείς, να αμφιβάλλεις, να ενθουσιάζεσαι»
Ελευθεροτυπία
29/6/2008
«Να απορείς, να αμφιβάλλεις, να ενθουσιάζεσαι»

Του ΦΩΤΗ ΑΠΕΡΓΗ - φωτ.: Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν μπορείς να πεις, είναι τυχερός. Ο φυσικός του χώρος ήταν πάντα ο Λυκαβηττός. Εκεί έχουμε τραγουδήσει μαζί του το «Υπάρχει λόγος σοβαρός», εκεί έχουμε χορέψει τη «Δίψα». Ομως φέτος, που το θέατρο του λόφου έκλεισε για λίγο, μ αυτό τον απαράδεκτο τρόπο, ο Νίκος Πορτοκάλογλου μας περιμένει με τα καλά του στο Ηρώδειο. Την επόμενη Κυριακή και τη Δευτέρα, μαζί με τους Χάρις Αλεξίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Νίκο Ζιώγαλα, Χάιγκ Γιατζγιάν, Ανδριάνα Μπάμπαλη, Βασιλική Καρακώστα, Οδυσσέα Τσάκαλο, αλλά και με τον κόσμο που θα ρθει στο ρωμαϊκό θέατρο, θα απαντήσουν στο ερώτημα «Τι έχει μείνει απ τη φωτιά». Η σπίθα του Πορτοκάλογλου αγγίζει άλλωστε και πολλούς νέους καλλιτέχνες, σαν την Βασ. Καρακώστα. Εκείνος είναι ο δημιουργός των τραγουδιών, αλλά και παραγωγός και ενορχηστρωτής, ακόμα και ο ηχολήπτης του πρώτου της δίσκου που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Η σβούρα». «Ηταν ευκαιρία να πειραματιστώ και να σκηνοθετήσω μια νέα φωνή σε μια ολοκληρωμένη δουλειά» λέει ο ίδιος. Αλλά βέβαια, στο Ηρώδειο θ ακούσουμε κυρίως τα τραγούδια του που έχουμε αγαπήσει. Ηλεκτρικές κιθάρες, πνευστά και τύμπανα κι ένα κουαρτέτο εγχόρδων θα τ αποδώσουν με καινούριο τρόπο. Καθένα έχει τη δική του ιστορία. Του ζητήσαμε να μοιραστεί μαζί μας μερικές από αυτές.
(http://www.enet.gr/online/dspphoto?id=226057)


«ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ»

«Το 78 έχω αποτύχει να μπω στην αρχιτεκτονική και σ αυτή τη φάση της αμηχανίας οι γονείς μου προτείνουν να πάω σε μια σχολή καλών τεχνών στις Βρυξέλλες, όπου θα έμενα σε συγγενείς. Ξέρω ήδη ότι ο δρόμος μου είναι η μουσική, όλο κάτι γράφω, αλλά δεν έχω αισθανθεί ότι έχω δημιουργήσει κάτι δικό μου. Νιώθω χαμένος. Ομως, σ εκείνο το πρώτο ταξίδι έξω από την Ελλάδα, με θυμάμαι συνεπαρμένο με την κιθάρα μου σε μια σοφίτα, να τελειώνω το πρώτο μου πραγματικό τραγούδι, τον "Ασωτο υιό".
»Ξαφνικά απόκτησα στόχο κι άρχισα ήδη να σκέφτομαι πώς θα γυρίσω και με ποιους θα φτιάξω γκρουπ. Βρίσκω τον ένα στην Κολωνία με μια Γερμανίδα που γνώρισε στη Σαντορίνη. Τον πείθω να επιστρέψει στην Ελλάδα ως κιθαρίστας. "Μα", διαμαρτύρεται, "τρία ακόρντα ξέρω όλα κι όλα". "Δεν πειράζει", του απαντώ, "θα παίζεις μπάσο".

»Ετσι μαζευτήκαμε σιγά σιγά και άρχισαν όλα. Ακόμα και σήμερα, όταν περνάω φάσεις που δεν γράφω, που βρίσκομαι σε σύγχυση, θυμάμαι εκείνες τις μέρες και ξέρω ότι με το που θα γράψω το πρώτο νέο τραγούδι, θα βρω νέο στόχο και ενθουσιασμό».

«ΨΕΜΑΤΑ»

«Το 82 είχαμε ήδη κυκλοφορήσει τον πρώτο μας δίσκο με τους "Φατμέ". Περνούσα με μια κοπέλα μια φάση θυελλώδη: Επί ενάμιση χρόνο βγαίναμε κρυφά, καθώς είχαμε παράλληλα και άλλες σχέσεις. Ολο λέγαμε ότι χωρίζουμε, ότι δεν πάει άλλο. Σε μια τέτοια στιγμή που φαινόταν οριστική, έγραψα το πρώτο μου ερωτικό τραγούδι συντριβής και πόνου. Το πρώτο καψούρικο, δηλαδή. Το ηχογραφήσαμε με το συγκρότημα και με την πρώτη ευκαιρία που η κοπέλα ήρθε στο σπίτι του Οδυσσέα όπου κάναμε πρόβες, την ξεμονάχιασα για να τ ακούσει.

»Οταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, άρχισαν οι ροκάδες να μας κοιτούν καχύποπτα. Ξαφνικά γίναμε προδότες επειδή φλερτάραμε με τις λαϊκές μας ρίζες. Μάλιστα, σε μια συναυλία με τον Σιδηρόπουλο, τον Ζιώγαλα και άλλα ροκ γκρουπ μας πέταξαν αβγά. Φαντάσου τι θα μας πετούσαν, αν ήξεραν ότι η μεγαλύτερη επιρροή για τα "Ψέματα" ήταν το "Ολα σε θυμίζουν". Γι αυτό και στο Ηρώδειο θα το πει η Χαρούλα.

»Οσο για την κοπέλα, διαπίστωσα ότι το τραγούδι ήταν απόλυτα αποτελεσματικό: Οταν το άκουσε εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Οδυσσέα, κατέρρευσε. Το επόμενο που θυμάμαι είναι να παντρευόμαστε. Εχουμε δυο παιδιά με τη Μαρίνα, και είμαστε πάντα μαζί».

«ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ»

«Ηταν το 86. Είχα γράψει γύρω στα δέκα τραγούδια και φωνάζω τα παιδιά από το γκρουπ να τ ακούσουν και ν αρχίσουμε πρόβες. Οταν φτάνω στο "Καλοκαιράκι", το ακούνε όλοι χαμογελαστοί: "Πολύ ωραίο, πλάκα έχει", λένε, "αλλά δεν πιστεύουμε να θέλεις να το βάλουμε στο δίσκο;"

»Είχα κι εγώ την αντίληψη πως ήταν ένα μουσικό παιχνίδι που βγήκε αβίαστα κι αυτά συνήθως τα υποτιμάς. Οταν όμως το απέρριψαν, αισθάνθηκα ότι ήταν πιο τολμηρή απόφαση να το συμπεριλάβουμε στο δίσκο, παρά το αντίθετο. Και πιο ειλικρινής. Ηταν ένα αθώο τραγούδι σχολικής εκδρομής που είχα ανάγκη.

»Και φαίνεται ότι το είχαν κι άλλοι. Το "Καλοκαιράκι" μάς έδωσε πολλά. Ολοι αγοράσαμε αυτοκίνητα από αυτό. Κι όμως, παρέμεινε πάντα το περιφρονημένο παιδί του συγκροτήματος. Φυσικά, θα το παίξουμε και στο Ηρώδειο».

«ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ»

«Το καλοκαίρι του 91 ήταν δύσκολο. Οι δύο πρώτοι μου προσωπικοί δίσκοι δεν είχαν πουλήσει, δεν είχα συναυλίες, η δουλειά δεν πήγαινε καλά. Περνούσα μια μαύρη περίοδο που διαρκούσε δύο χρόνια. Είχαμε νοικιάσει ένα σπιτάκι στην Πάρο, αλλά ήμουν τόσο αγχωμένος που πήγαινα μόνο τα Σαββατοκύριακα να δω την οικογένειά μου.

»Τότε έγραψα αυτό το τραγούδι. Καλούσα τη Μαρίνα να κάνει λίγη υπομονή, να με ανεχτεί λίγο ακόμα. Οταν αργότερα διάλεγα ποια τραγούδια θα βάλω στον επόμενο δίσκο, είχα τη φαεινή ιδέα να το αφήσω απ έξω. Ευτυχώς, δεν το έκανα.

»Στην αρχή είχα σκεφτεί να το τραγουδήσω μαζί με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Την είχα δει να τραγουδά σε μια παράσταση Κουρτ Βάιλ και είχα ενθουσιαστεί. Οντως το ηχογραφήσαμε, ήταν πολύ ωραίο, παράξενο, όμως εκείνη δεν αισθανόταν άνετα και πρότεινε να το αφήσουμε. Ετσι, το είπαμε με την Τσαλιγοπούλου.

»Δεν ήταν από τα τραγούδια που πίστευα πολύ. Και όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, μου έκανε εντύπωση που είδα τον Τάσο τον Φαληρέα να βουρκώνει ακούγοντάς το. Ηταν εκείνος που το πρότεινε και στο Σαββόπουλο.

»Ο Διονύσης μεσ στη δυνατή, συγκινητική του ερμηνεία, πρόσθεσε κι ένα στίχο: «Πώς με αντέχεις». Ηταν κάτι που μπορούσε να σκεφτεί μόνο κάποιος που έβλεπε το πρόβλημα απ έξω. Εγώ, μεσ στη δίνη που ζούσα, δεν μπορούσα να αναρωτηθώ πώς με αντέχει η Μαρίνα. Ηθελα μόνο να με αντέχει».

«ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ»

«Το 95 έρχεται ο Παντελής Βούλγαρης και μού ζητά να παίξω σε μια σκηνή του "Ακροπόλ" τον μπουζουξή σ ένα μαγαζί του 60. "Ευχαρίστως", του λέω. "Αλλά πώς με σκέφτηκες;" "Λόγω φάτσας. Και μπορείς να γράψεις κι ένα τραγούδι γι αυτή τη σκηνή».

»Είχα πάρει έναν τζουρά την εποχή εκείνη και όλο τον σκάλιζα. Βρήκα τη μελωδία, άρεσε στον Βούλγαρη, αλλά δεν έβρισκα στίχους. Ωσπου μια μέρα έρχεται η κόρη μου με κάτι κρυμμένο πίσω από την πλάτη της: "Μπαμπά κλείσε τα μάτια σου", μου λέει. Ετσι, βρήκα το ρεφρέν. Τους υπόλοιπους στίχους τους έγραψα πρώτη φορά χωρίς να συνειδητοποιώ τι λένε. Μια φωνή μέσα μου έλεγε άσ το έτσι, μην το πειράζεις.

»Τη μέρα που ηχογραφήσαμε το τραγούδι, μπήκε ο πατέρας μου στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Τρεις μέρες μετά, πέθανε ξαφνικά από ανακοπή. Και τότε αισθάνθηκα ότι μ αυτό το κομμάτι τον αποχαιρετούσα. Ηταν από προσφυγική οκογένεια, μα ο στίχος "σαν προσφυγάκι δίχως πάσο" δεν ήταν ο μόνος που ταίριαζε. Ανατρίχιασα όταν είδα με αυτή την οπτική το νόημα του στίχου "κλείσε τα μάτια σου ν αναστηθώ". Μπορούσε να σημαίνει την απελευθέρωση του γιου, όταν φεύγει ο πατέρας. Στο δίσκο το αφιέρωσα στη μνήμη του».

«ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΗ»

«Το ωραίο με τις παραγγελίες είναι ότι σου δίνουν την ψευδαίσθηση πως γράφεις για κάτι έξω από σένα. Μετά ανακαλύπτεις ότι βγάζεις κάτι που έκρυβες μέσα σου. Είχα γράψει πολύ εύκολα τους στίχους για το "Βαλκανιζατέρ" του Γκορίτσα, αλλά τους είχα ταιριάξει στην αρχή μ ένα ζεϊμπέκικο που υποτίθεται ότι θ ακουγόταν με την είσοδο του ήρωα σ ένα λαϊκό μαγαζί. Ομως, όσο περνούσε ο καιρός, ξενέρωνα μ αυτή τη μουσική και ούτε ήταν τόσο απαραίτητη στην ταινία, οπότε είπα, τι διάβολο, θα το γράψω όπως μου βγαίνει. Συνέβαλε ενορχηστρωτικά και ο Μουράτογλου κι έγινε αυτό που ξέρεις.

»Δέχτηκα με ανάμεικτα συναισθήματα την επιτυχία του. Ημουν πολύ χαρούμενος, γιατί έφερε και μια αναγνώριση όλης της δουλειάς μου. Από την άλλη, σκεφτόμουν "εντάξει, μ αυτό το τραγούδι τρελαθήκατε όλοι; Τόσα χρόνια δεν με είχατε ποτέ ακούσει;"

»Κάτι ακόμη: Παλιότερα έγραφα για κάτι που μου είχε ήδη συμβεί. Μετά τα 40, άρχισε να συμβαίνει το αντίθετο: Συχνά γράφω για κάτι που έπειτα μου συμβαίνει στ αλήθεια. Ο ανικανοποίητος αυτού του τραγουδιού ήμουν εγώ την επόμενη χρονιά».

«ΓΙΝΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ»

«Καλοκαίρι του 2002. Είμαστε με την Τσαλιγοπούλου και την Ανδριάνα Μπάμπαλη σε μια περιοδεία Μπεν Χουρ. Καταρρέουμε από την κούραση και την υπερένταση και μια μπόρα στην Αμφισσα μας υποχρεώνει να αναβάλλουμε μια συναυλία. Επιτέλους, ένα ανέλπιστο διάλειμμα. Μουσικοί, τραγουδιστές, τεχνικοί, καταλήγουμε σ ένα μπαράκι στην Αμφισα όπου ξεδίνουμε σ ένα αυθόρμητο γλέντι. Αργά τη νύχτα, καθώς χορεύουμε μεθυσμένοι με ό,τι κι αν διάλεγε ο dj, βλέπω ένα ωραίο, μαυροντυμένο κορίτσι να με πλησιάζει και να μου λέει αυστηρά: "με απογοήτευσες οικτρά". Συνειδητοποιώ εκείνη τη στιγμή ότι χορεύω με το "Σ αγαπάω πάω πάω" του Αλκαίου.

»Από μια μεριά είχε δίκιο: Με είδε μια φορά στη ζωή της και σκέφτηκε αυτό θα κάνει κάθε βράδυ ο υποκριτής, ο δήθεν ψαγμένος. Απ την άλλη, όμως, σε κάνει να σκέφτεσαι τη σκλαβιά, την ανελευθερία που μπορεί να υφίσταται ένας καλλιτέχνης απέναντι στο κοινό του. Πολλοί μπαίνουν σ ένα καλούπι και απαγορεύουν στον εαυτό τους ακόμα και να γράψουν κάτι που έχουν μέσα τους. Ποτέ δεν το έκανα. Αντίθετα, η μεγάλη μου απόλαυση είναι όταν νιώθω ότι βγαίνω απ το καλούπι μου. Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεωρείται πιο επαναστάτης εκείνος που βρίσκει ένα δρόμο και τον ακολουθεί χωρίς καμιά παρέκκλιση, δηλαδή με περισσότερη ασφάλεια.

»Τότε άρχισα να γράφω το "Γίνε κομμάτια". Σαν το "Αναψε το τσιγάρο δος μου φωτιά", σαν κάτι παλιά τραγούδια που υπάρχουν σε όλες τις λαϊκές μουσικές και μιλούν για το ξέδομα, το ξέσπασμα από τα βάσανα ζωής».

«ΤΙ ΕΧΕΙ ΜΕΙΝΕΙ ΑΠ ΤΗ ΦΩΤΙΑ»

«Με παίδευε για καιρό. Δεν είχα το ρεφρέν. Ωσπου μια βραδιά βρεθήκαμε με φίλους από τα παλιά. Κάποτε ήταν μαχητικοί αριστεριστές, μου την έβγαιναν κιόλας ότι έγραφα τραγουδάκια αντί να τρέχω στις διαδηλώσεις. Αλλά τώρα, κουβεντιάζοντας, διαπιστώσαμε ότι εκείνη τη χρονιά είχαν πάει πάνω από πέντε φορές στον Πανταζή. Οχι γιατί γούσταραν. Δήθεν "γιατί είχε πλάκα"»...

»Σκέφτηκα τότε, δηλαδή, ποια ήταν η φωτιά; Ο "Ρήγας" ή η ΚΝΕ; Μα, αυτά ήταν πολύ λίγα. Ποτέ δεν ήταν για μένα οι ιδέες, η φωτιά. Είναι πάντα η ικανότητα να απορείς, να αμφιβάλλεις, να ενθουσιάζεσαι, ολ αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός. Ετσι έγραψα αυτό το ρεφρέν. Και γι αυτό το διάλεξα για τίτλο της συναυλίας στο Ηρώδειο».


7 - 29/06/2008
Πηγή : Ελευθεροτυπία (http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=29.06.2008,id=57072816)


Powered by SMF 1.1.7 | SMF ©

Επιστροφή στα Νέα     


Copyright 2011 © Nikos Portokaloglou