Νίκος Πορτοκάλογλου - Το πλοίο θα σαλπάρει!
     Νέα δισκογραφική δουλειά και ζωντανές εμφανίσεις!

Πάνω στη Στροφή
e-orfeas.gr
1/6/2009
Νίκος Πορτοκάλογλου: Πάνω στη Στροφή
Κείμενο: Μιχάλης Τσαντίλας
01.06.2009
Το ότι τόλμησα να πάω στο σπίτι του Νίκου Πορτοκάλογλου για συνέντευξη αφού πρώτα έγραψα όχι ακριβώς διθυραμβική κριτική για το νέο του πόνημα με τίτλο Στροφή, ίσως αρκεί για να χαρακτηριστώ ως θρασύς. Αυτό και άλλα πολλά στριφοφυρνούσαν στο μυαλό μου καθώς διάβαινα την εξώπορτα μιας μονοκατοικίας κάπου στο Χαλάνδρι. Όταν όμως μιλάμε για έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς ήρωές μου, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το να είμαι εκεί.
Θυμάμαι τα τραγούδια του από μικρό παιδί. Από Το Καλοκαιράκι που πρωτοάκουσα σε μια διαφήμιση παγωτού, το Είμαστε Πια Πρωταθλητές που συνδίασα για πάντα με την απίστευτη νίκη της Εθνικής στο Ευρωμπάσκετ του 1987, το συγκλονιστικό Κλείνω Κι Έρχομαι με τον Μητροπάνο, μέχρι τα Υπάρχει Λόγος Σοβαρός και Ψέματα που ανακάλυψα αργότερα και ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια όλων των εποχών, το Τι Σε Νοιάζει Εσένα, που παίζαμε με μια φοιτητική μπάντα πριν χρόνια, η μουσική του πάντα είχε τον τρόπο να με συντροφεύει και εξακολουθεί να το κάνει.

Ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος και χαλαρός. Με οδήγησε στο υπόγειο του σπιτιού, εκεί που στεγάζεται το στούντιο Πορτοκάλι, ο προσωπικός του χώρος, και όπου έχει ηχογραφηθεί μεγάλο μέρος από τις δουλειές του. Ήταν σαν να βρέθηκα ξαφνικά στον μουσικό παράδεισο: πανέμορφες κιθάρες, ηλεκτρικές και ακουστικές, μπάσα, ντραμς, ενισχυτές, κονσόλες και εφέ, ό,τι μπορεί κανείς να ζητήσει από ένα στούντιο ήταν εκεί, όλα καλογιαλισμένα και τακτοποιημένα. Το μάτι μου έπεσε σε μια Epiphone Casino που βρισκόταν σε περίοπτη θέση. Του είπα ότι έχω μια κι εγώ και μού εξήγησε ότι η δική του ήταν μοντέλο John Lennon. Όσο βρισκόμουν εκεί, τής έριχνα συνεχώς κλεφτές ματιές, κάτι που μάλλον δεν διέφυγε της προσοχής του.

Βγάζετε πολύ θυμό στα τραγούδια της νέας σας δουλειάς. Από πού προέρχεται αυτός ο θυμός; Σας έχουμε συνηθίσει περισσότερο ως ισορροπιστή.
Ν.Π.: Αυτό είναι ένα δείγμα στροφής, είναι αλήθεια, και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Σε μουσικό επίπεδο, ποτέ δεν κατάλαβα τους ανθρώπους που λογοκρίνουν τον εαυτό τους και τού απαγορεύουν τον πλούτο κάποιων άλλων μουσικών. Φαίνεται όμως ότι, ενώ κατηγορούσα τους άλλους, έκανα κι εγώ το ίδιο. Είχα αποκλείσει άθελά μου, ασυνείδητα, κάποια συναισθήματα όπως ο θυμός, ένα συναίσθημα που κυριαρχούσε στα τραγούδια της δεκαετίας του ’80 λόγω μεταπολίτευσης. Ο απόηχος του πολιτικού τραγουδιού είχε πολύ θυμό αλλά αυτός ο θυμός ήταν κυρίως ενάντια σε κάποιους άλλους που φταίνε, κυρίως το σύστημα, και επειδή αυτό μου φαινόταν τότε πολύ εκ του ασφαλούς, το απέφευγα. Όπως κατάλαβα τα τελευταία χρόνια, δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν και ψυχαναλυτικό το θέμα, κάπου λόγω βιωμάτων είχα αναλάβει αυτό τον ρόλο, από μικρός, του ισορροπιστή, του ανθρώπου που καταπίνει τον θυμό του πολλές φορές, το οποίο είναι πολύ ανθυγιεινό. Οπότε σε αυτόν τον δίσκο έχω κάνει μια πρόοδο, έχει βγει αυτό το πράγμα. Κατ’ αρχάς, το πρώτο τραγούδι (Στροφή) επαναλαμβάνει τη λέξη «θυμός» αλλά βλέπεις ότι πάντοτε δεν είναι ένας θυμός για ένα απρόσωπο σύστημα που φταίει για όλα. Λέει: «Κι όπως πάλι ανοίγει/ η παλιά πληγή/ ο θυμός σε πνίγει/ για τα χρόνια που έχουν πια χαθεί». Απέναντι στον εαυτό σου είναι ο θυμός.
Μόνο; Γιατί η πληγή από κάποιον πρέπει να έχει προέλθει...
Ν.Π.: Σωστό. Και γι’ αυτό μετά έρχεται και το Δεν Έχω Να Σου Δώσω που είναι πια πολύ προσωπικό και υπάρχει το «εγώ» κι «εσύ». Δεν θέλω να το συγκεκριμενοποιήσω, να πω ότι είναι για τον μπαμπά μου, ξέρω ‘γω, ή για τη μαμά μου, αυτά είναι δουλειά του ψυχαναλυτή. Ωραίο είναι τα τραγούδια να μένουν ανοιχτά. Ναι, υπάρχει ένας θυμός, είτε απέναντι σε πρόσωπα της παιδικής μου ηλικίας είτε απέναντι σε φίλους, σε σχέσεις που ακολούθησαν, μερικές φορές και απέναντι στο κοινό, στον κόσμο, στο πώς μερικές φορές νιώθεις ότι ανοίγεις την καρδιά σου, ότι ξεγυμνώνεσαι, τα δίνεις όλα και αντιμετωπίζεις μια αδιαφορία ενώ κάνοντας κάτι πολύ πιο εύκολο σε χειροκροτούν.

Πάντως, ο συγκεκριμένος δίσκος μοιάζει να είναι ο επόμενος σε μια σειρά δίσκων που έγιναν μετά από προσωπική κρίση, όπως το Plastic Ono Band του Lennon και το Blood On The Tracks του Dylan. Είναι σκοτεινός μεν ως προς τη θεματολογία του αλλά με πολλή ενέργεια.
Ν.Π.: Έχει την ορμή που υπάρχει όταν πετάγεται ένας πίδακας νερού που ήταν εγκλωβισμένο πολύ καιρό μέσα στη γη. Υπάρχει μια τέτοια αίσθηση.

Και έχει και ένα πολύ ζωντανό feel. Γράφτηκε ζωντανά ή έχει πολλά overdubs;
Ν.Π.: Δεν γράφτηκε ζωντανά όπως το Παιχνίδια Με Τον Διάβολο αλλά με έναν τελείως άλλο τρόπο με τον οποίο δεν το έχω ξανακάνει ποτέ αλλά βγήκε αυτή η ζωντάνια. Έγραψα πρώτα τα τραγούδια μόνος μου εδώ στο στούντιο, με λούπες, έπαιξα όλες τις κιθάρες μόνος μου και κάποια πλήκτρα και μπάσο, έδωσα τη φόρμα των τραγουδιών, τα τραγούδησα και μετά πήγαμε στο στούντιο του ντράμερ μας και αντικαταστήσαμε τις λούπες με ντραμς.

Δύσκολο ακούγεται, για τον ντράμερ τουλάχιστον...
Ν.Π.: Ναι. Περίεργη διαδικασία αλλά πολύ ωραία. Η αρχική μου σκέψη ήταν να πάω σε ένα στούντιο και να γράψουμε όλοι μαζί. Για κάποιους λόγους, τεχνικούς και πρακτικούς, αυτό δεν έβγαινε. Μέσα στην τέχνη μας είναι και το να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες και μερικές φορές πιστεύω αυτό που έλεγε η γιαγιά μου: «κάθε εμπόδιο για καλό». Σκέφτεσαι κάτι, λες έτσι θα ‘ναι ωραίο, δε βγαίνει έτσι και βρίσκεις έναν άλλο δρόμο και εκ των υστέρων λες ευτυχώς που έγινε έτσι.
Και σε αυτό τον δίσκο σηκώνετε μόνος σας το βάρος των κιθάρων, πράγμα που έχετε κάνει επανειλημμένως. Κατά τη γνώμη μου έχετε ένα δικό σας προσωπικό στυλ, πολύ ωραίο και αναγνωρίσιμο. Παρ’ όλα αυτά, οι σπάνιες συζητήσεις που γίνονται για τους καλύτερους Έλληνες κιθαρίστες, εξαντλούνται στο όνομα του Γιάννη Σπάθα. Νιώθετε αδικημένος που δεν σας προσέχουν περισσότερο σε αυτό το θέμα;
Ν.Π.: (γέλιο)

Τα riff στη Στροφή, ας πούμε, είναι πανέμορφα...
Ν.Π.: Ναι αλλά τα riff στην Ελλάδα δεν εκτιμούνται. Πρέπει να παίξεις πάρα πολλές νότες για να θεωρηθείς καλός κιθαρίστας. Ο Θεός των κιθαριστών είναι ο Van Halen ή ο Vai…

Ο Malmsteen...
Ν.Π.: Ναι. Ενώ κιθαρίστες όπως ο (Pete) Townshend ή ο Keith Richards ή ο George Harrison μας πέφτουνε λίγοι. Δεν πειράζει, θα αναγνωριστώ μετά τον θάνατό μου. (γέλια)

Εγκαταλείψατε αρχικά το ωδείο μικρός, επανήλθατε για μαθήματα βυζαντινής μουσικής και άλλες σπουδές με τον Αινιάν. Ολοκληρώσατε ποτέ τις σπουδές αυτές;
Ν.Π.: Ποτέ. Είναι αιωνίως ανολοκλήρωτες. (γέλια)

Γίνεται πολλή συζήτηση για τα ωδεία στην Ελλάδα, για το αν τελικά εγκλωβίζουν τη σκέψη των μουσικών. Ποια είναι η άποψή σας, τι θα συνιστούσατε σε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική;
Ν.Π.: Θα είχα άποψη αν είχα τελειώσει ένα ωδείο.

Πάντως δεν σας έλειψε ποτέ...
Ν.Π.: Θα ήθελα να έχω περισσότερες γνώσεις, κυρίως στην ενορχήστρωση. Να έχω μεγαλύτερη ευκολία δηλαδή να γράψω ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ξερω ‘γω, που θέλω ή να γράψω για τα πνευστά ή ό,τι άλλο με ενδιαφέρει. Ακολουθώ μια πιο πρακτική, εμπειρική μέθοδο, η οποία είναι πολλές φορές και πιο χρονοβόρα και πιο μπελαλίδικη. Έχω κενά στα θεωρητικά μου. Θα μου άρεσε να είχα κάνει μαθήματα πιάνου, να ξέρω καλύτερο πιάνο γιατί κι αυτό μόνος μου το έμαθα. Είμαι αυτοδίδακτος γενικά.



Η διαδικασία του γραψίματος ποια είναι για εσάς; Ξεκινάτε από τον στίχο ή από τη μουσική;
Ν.Π.: Υπάρχουν στίχοι γραμμένοι ή τίτλοι μερικές φορές ή δίστιχα σκόρπια σε διάφορα τετράδια αλλά αυτό που μου δίνει το ρεύμα για να ολοκληρωθεί ένα τραγούδι είναι η μουσική. Δηλαδή αν κάτσω με την κιθάρα ή στο πιάνο και αρχίσω να τραγουδάω έναν στίχο που μπορεί να είναι δυο σειρές μόνο, και αν η μουσική μού δώσει φόρα, τότε αρχίζω και συμπληρώνω τους στίχους και μετά ξαναδουλεύω τη μουσική και είναι μια παράλληλη δουλειά πια.

Είστε από τους ελάχιστους μετά τον Σαββόπουλο που κατάφεραν αυτό το πάντρεμα των ροκ στοιχείων με την Ανατολή. Ήταν μια συνειδητή απόφαση να το προσπαθήσετε και τι απαιτεί κάτι τέτοιο, προσωπικότητα, δουλειά; Κι άλλοι το προσπάθησαν αλλά να διατηρήσουν παράλληλα αναγνωρίσιμο το ύφος τους, λίγοι το κατάφεραν.
Ν.Π.: Θυμάμαι από μικρός τον εαυτό μου, από το θρανίο του σχολείου ακόμα, να ονειρεύεται μουσικές που ήταν μεικτές πάντα. Είχα πάντα μια λαχτάρα να ενώσω δύο αντίθετους κόσμους. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο ενός Εγγλέζου ψυχοθεραπευτή που λέει ότι τα παιδιά που δεν έχουν βιώσει σε πολύ μικρή ηλικία, από τα 3 και μετά, μια αρμονική και ισορροπημένη σχέση μεταξύ των γονιών τους, σε όλη τους τη ζωή προσπαθούν να ενώσουν δυο διαφορετικούς κόσμους και χτύπησε ένα καμπανάκι μέσα στο μυαλό μου ότι μπορεί να είναι κι αυτό. Δεν ξέρω... Κάποια τραγούδια μου που τα αγαπάω ιδιαίτερα έχουν αυτό το στοιχείο, τα Ψέματα ας πούμε, ή αν δεν το έχουν στη μουσική τους αυτό το στοιχείο, το έχουν στους στίχους, ή υπάρχει ανάμεσα στους στίχους και τη μουσική αυτή η αντίθεση. Αισθάνομαι μία αγαλλίαση όταν καταφέρνω να έχω ένα τραγούδι που περιέχει αυτή την αντίθεση. Είναι σαν να επέρχεται η ειρήνη μετά από έναν μεγάλο πόλεμο.

Έχετε συνεργαστεί και με τον Haig Yazdjian. Αυτό έγινε λόγω αυτού του παντρέματος που επιζητάτε;
Ν.Π.: Αυτό ήταν ιδέα του Haig. Εκείνη την εποχή σκεφτόμουν να τον πάρω εγώ τηλέφωνο γιατί έτυχε να δω ένα λάιβ του πέρυσι και σκεφτόμουν να τον καλέσω στη συναυλία που έκανα το καλοκαίρι στο Ηρώδειο. Πριν προλάβω, με πήρε αυτός να με καλέσει να παίξουμε μαζί. Και λέω: «Ωπ! Κάτι γίνεται εδώ πέρα». Και ήταν πραγματικά από τις πιο ωραίες συνεργασίες, τις πιο αβίαστες. Ούτε κατάλαβα πώς έγινε κι αυτό βέβαια οφείλεται κυρίως στον Haig, ο οποίος είναι εκπαιδευμένος να συνεργάζεται με μουσικούς, είτε Έλληνες είτε ξένους, πολύ εύκολα.

Συνδυάζει ανατολή και δύση σε ένα ανατολίτικο όργανο.
Ν.Π.: Ναι. Γνωρίζοντάς τον ανακάλυψα ότι ξεκίνησε ως κιθαρίστας σε ροκ γκρουπ στη Συρία. Δεν είναι τυχαίο.

Έχει πει ότι ανακάλυψε την αραβική μουσική όταν ήρθε στην Ελλάδα, όχι εκεί που ζούσε στη Συρία. Είχε αυτή την αντίδραση του ροκά που δεν θέλει να έχει σχέση με την παραδοσιακή μουσική.
Ν.Π.: Όπως κι εγώ ανακάλυψα τα λαϊκά όταν πήγα στο Βέλγιο για να σπουδάσω. Έκανα μια απόπειρα και έμεινα για 3-4 μήνες εκεί, στα είκοσί μου. Εκεί άκουσα πρώτη φορά Τσιτσάνη και Βαμβακάρη. Τα είχα στα αφτιά μου όλα αυτά τα τραγούδια, όπως όλοι μας, αλλά εκεί μού σηκώθηκε η τρίχα, εκεί κατάλαβα το μεγαλείο της.

Έχετε γνωρίσει την εμπορική επιτυχία ουκ ολίγες φορές. Έχετε καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα για το τι κάνει ένα τραγούδι επιτυχία;
Ν.Π.: Δυστυχώς όχι. Αν είχα καταλήξει, θα είχα σε κάθε δίσκο μου 2 μεγάλες επιτυχίες σίγουρα και θα έκανα ό,τι γούσταρα στα υπόλοιπα. Αλλά όχι, δηλώνω άγνοια. (γέλια)

Έχει γράψει για σας ο Διονύσης Σαββόπουλος στο βιβλίο Εδώ Είναι Το Ταξίδι (εκδόσεις Ιανός): «είναι ένας τραγουδοποιός απροστάτευτος από μύθο». Εσείς, στο τραγούδι Είμαι Ξένος από την καινούργια σας δουλειά, λέτε: «είμαι ένας άπιστος μέσ’ στους πιστούς». Χωρίς μύθο και χωρίς πίστη, τελικά τι είναι αυτό που έχετε εσείς ως στήριγμα;
Ν.Π.: Μετά λέω: «στους άπιστους πιστός». (γέλια) Ιδού το ερώτημα! (γέλια) Είμαι άνθρωπος που αναζητάει την πίστη, ακόμα και την πίστη στον Θεό, αλλά δεν μπορώ και να απαλλαχτώ από τις αμφιβολίες μου. Είναι βασανιστικό αλλά από την άλλη ίσως είναι και το καύσιμο για να είμαι δημιουργικός. Ζηλεύω τους ανθρώπους που πιστεύουν με όλη τους την καρδιά, είτε είναι θιβετιανοί μοναχοί, είτε είναι ινδιάνοι, είτε είναι χριστιανοί ή οτιδήποτε άλλο, αλλά εγώ έχω και το μυαλό ως αντιπολίτευση, το οποίο παίζει τον δικηγόρο του Διαβόλου. Αυτό όμως από την άλλη με βοηθάει να επικοινωνώ με τους ανθρώπους γιατί ο σημερινός άνθρωπος ζει σε αυτό τον διχασμό, σε αυτό το βάσανο. Μπορεί ο παππούς μας να μην αναρωτιόταν γι’ αυτό. Από την άλλη δεν καταλαβαίνω την απόλυτη σιγουριά παρά μόνο όταν οφείλεται σε πολύ προσωπικό βίωμα. Όταν σου μιλάει ο πάτερ Παΐσιος και λέει ότι είδε το Άγιο Φως ας πούμε, εκεί σηκώνεις τα χέρια. Αλλά κάποιος που λέει «πιστεύω» ή «δεν πιστεύω» και έχει μια απόλυτη σιγουριά, καταλαβαίνω ότι πρόκειται για προσωπική άμυνα, έχει βάλει ένα απαγορευτικό για να ησυχάσει.

Είστε από τους λίγους που έχουν κριτικάρει έντονα των αντιαμερικανισμό των Ελλήνων και μάλιστα είπατε ότι μας έβαλαν τα γυαλιά με την εκλογή του Ομπάμα.
Ν.Π.: (γέλιο) Ναι, το είπα.

Σε τι πιστεύετε οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Είμαστε νομίζω οι κορυφαίοι στην Ευρώπη σε αντιαμερικανικά αισθήματα. Και γιατί άραγε δεν το έχουν παρατηρήσει περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι;
Ν.Π.: Κοίτα, το να λες τέτοια πράγματα είναι και λίγο αντιλαϊκό ενώ αν πεις ένα εύκολο αντιαμερικανικό σύνθημα σε χειροκροτάνε αμέσως. Από την άλλη, για να συμπληρώσουμε αυτό που είπες, είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη σε αντιαμερικανισμό αλλά είμαστε κι απ’ τους πρώτους που μιμούνται το χειρότερο αμερικάνικο μοντέλο: τα ριάλιτι, οι αμερικάνικες ταινίες είναι πρώτες σε εισπράξεις, κόκα-κόλα, φαστφουντάδικα, όλα τα έχουμε καλοδεχτεί με τρομερή ευκολία.

Ψηφίζουμε φιλοαμερικανικά κόμματα... Αν όλοι ήταν στην πράξη αντιαμερικανοί, θα έβγαζαν το Κ.Κ.Ε. πλειοψηφόν κόμμα.
Ν.Π.: Ναι, νομίζω ότι είναι ένα είδος καθωσπρεπισμού, ότι για να είσαι εντάξει πρέπει να είσαι αντιαμερικανός.

Πώς όμως εδραιώθηκε τόσο πολύ στον κόσμο; Γι’ αυτό πιο πολύ αναρωτιέμαι...
Ν.Π.: Υπάρχουν και τα πραγματικά γεγονότα, το ότι είχαμε μια χούντα στην Ελλάδα που οι Αμερικανοί τη στήριξαν. Είναι και ο συναισθηματικός τρόπος που αντιμετωπίζουμε την πολιτική, «μας αγαπάνε», «οι άλλοι δε μας αγαπάνε»... Οι Αμερικανοί δε μας αγαπάνε γιατί έκαναν τη χούντα άρα μάλλον μας αγαπάνε οι Ρώσοι. Έτσι σκεφτόμασταν ίσως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Το οποίο, σαν τρόπος σκέψης, είναι παιδιάστικος και επικίνδυνος. Δε μάθαμε ποτέ αυτά που λέει η ιστορία, ο Θουκυδίδης, ότι τα κράτη και ειδικά οι μεγάλες δυνάμεις δρουν σαν έμποροι που κοιτούν το συμφέρον τους και καλό είναι να προσπαθούμε να διακρίνουμε πότε το δικό μας συμφέρον ταυτίζεται με το συμφέρον μιας μεγάλης δύναμης για να κάνουμε τη δουλειά μας, δηλαδή μια ρεαλιστική ματιά στην πολιτική. Όσες φορές οι μεγάλες δυνάμεις μάς βοήθησαν, το παραγράφουμε, ας πούμε το 1821 λέμε ότι μόνοι μας απελευθερωθήκαμε, δεν μας βοήθησε κανείς. Όσες φορές μάς χαντακώνουν, πάλι για δικούς τους λόγους, γιατί για δικούς τους λόγους μάς βοήθησαν να φτιάξουμε κράτος, ήθελαν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και βοήθησαν όλες τις μειονότητες να εξεγερθούν, μάς βγαίνει το συναισθηματικό, «γιατί δε μας αγαπάνε, αφού είναι φίλοι μας». Βλέπω την Αμερική σαν ένα μοντέλο πολυεθνικού κράτους που καταφέρνει να κρατάει μια συνοχή σε έναν λαό που έχει τόσες αντιθέσεις, και φυλετικές και θρησκευτικές και γενικότερα, που λειτουργεί με αξιοκρατία. Για να μη λέμε μεγάλες κουβέντες, είναι χιλιάδες τα παραδείγματα ανθρώπων που πάνε στην Αμερική και προχωράνε. Είναι έτσι δομημένη η κοινωνία τους που, όταν δουν τον καλό, θα πουν «έλα ‘δω» γιατί ψάχνουν για τον καλύτερο. Βλέπουν σε εσένα το ταλέντο, την ικανότητα και σε
«τσιμπάνε» και σε βάζουν 25 χρόνων πρόεδρο σε μια εταιρεία. Και αντίστοιχα ισχύουν στον καλλιτεχνικό χώρο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να μην το βλέπεις και να μη σε πονάει όταν ζεις σε μια χώρα που τον καλό προσπαθούμε να τον χώσουμε μες στο χώμα για να ησυχάσουμε όλοι στη μετριότητά μας. Αυτό είναι που μου αρέσει στην Αμερική. Τα περί ιμπεριαλισμού κτλ. είναι η ιδεολογία και η πρακτική κάθε μεγάλης δύναμης, δεν καταλαβαίνω γιατί να απορείς με αυτό. Είναι η ίδια πρακτική που είχε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Αθηναϊκή Δημοκρατία και πάει λέγοντας.

Να περάσουμε τώρα στις εξελίξεις στη δισκογραφική βιομηχανία. Είμαστε σε μεταβατική περίοδο και ήδη το μέσο μετάδοσης της μουσικής, από κάτι που είναι απτό και είναι και φετιχιστικό αντικείμενο για πολλούς, έγινε ένα «άυλο» αρχείο που υπάρχει μέσα στους υπολογιστές μας. Αυτό αλλάζει τη σχέση του ακροατή με τη μουσική όπως φοβούνται πολλοί;
Ν.Π.: Όχι. Ας μην ξεχνάμε ότι η μουσική για αιώνες ήταν κάτι άυλο. Από τον 20ό αιώνα άρχισε, και όχι από την αρχή του, να είναι ένα υλικό αντικείμενο. Για κάποιες δεκαετίες κυριάρχησε η φόρμα του βινυλίου και μετά του cd. Εγώ ένα καλό βρίσκω σε όλο αυτό: φτιάχτηκε το concept του άλμπουμ, αυτό είναι το μόνο που θα μου λείψει. Για κάποιους πρακτικούς λόγους, φτιάχτηκε στη δεκαετία του ’60 αυτό το πράγμα, με 5 τραγούδια σε κάθε πλευρά χοντρικά, 10 με 12 σύνολο. Αυτή η φόρμα, για κάποιο λόγο, είναι μαγική για το τραγούδι και αυτό θα μού λείψει εμένα. Η σχέση των ανθρώπων με τη μουσική θα είναι πάντα πολύ φορτισμένη, ταυτίζουν τη ζωή τους, ζουν με τα τραγούδια, ό,τι κι αν είναι αυτά τα τραγούδια για τον καθένα. Και μάλιστα, στον ίδιο άνθρωπο, μπορεί να έχουν σημαδέψει τη ζωή του πολύ διαφορετικών ειδών τραγούδια. Και δε νομίζω ότι θα πάψει αυτό ποτέ.

Την υπερπροσφορά μουσικών cd από τις εφημερίδες πώς τη βλέπετε; Θα αποδεχόσασταν μια πρόταση να βγάλετε τη δισκογραφία σας έτσι;
Ν.Π.: Ναι, θα το σκεφτόμουνα. Αν, βγάζοντας ένα best of, μια συλλογή με τη δουλειά σου, μια ανθολογία, που στα μαγαζιά μπορεί να πουλήσει 10,000 και να ‘μαστε χαρούμενοι, ενώ με μια εφημερίδα μπορεί να πάει σε 100,000 με 150,000 ανθρώπους, να πάνε τα τραγούδια μέσα στα σπίτια τους, ε ναι, εκεί φυσικά το σκέφτομαι. Τώρα, για έναν καινούργιο δίσκο, κι αυτό ίσως, όπως το ‘χουν κάνει πολλοί όπως ο Prince έξω.

Και ο McCartney, το Memory Almost Full, το έβγαλε πρώτα στα μαγαζιά και μετά το μοίρασε και με κάποια εφημερίδα.
Ο Prince το έδινε και με το εισιτήριο στις συναυλίες.
Ν.Π.: Α, αυτό το κάνουν και οι Coldplay τώρα. Τι δίνουν αυτοί, λάιβ δίσκο;

Δίνουν έναν δίσκο με 9 κομμάτια ζωντανά ηχογραφημένα σε αυτούς που θα αγοράσουν τα εισιτήρια των συναυλιών τους. Είναι νέοι τρόποι προώθησης...
Ν.Π.: Ναι.


Έχετε κριτικάρει την αγγλόφωνη ελληνική μουσική σκηνή λέγοντας ότι δεν μπορεί να είναι ο εαυτός τους όλα αυτά τα παιδιά με κάτι που τραγουδούν σε άλλη γλώσσα, ότι μιμούνται. Αυτή η σκηνή, παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια όλο και ανεβαίνει, εμφανίστηκε η Monika που προκάλεσε ένα σχετικό θόρυβο...
Ν.Π.: Δε βλέπω εγώ φως εκεί πέρα... Δε βλέπω φως γιατί κατ’ αρχάς έχω περάσει από αυτή τη φάση και την ξέρω, δηλαδή τα πρώτα μου τραγούδια ήταν ασκήσεις ύφους, και επειδή θεωρώ αυτονόητο ότι η δουλειά ενός καλλιτέχνη είναι να πει την προσωπική του ιστορία, να ανακαλύψει τον εαυτό του, να γίνει αυτό που είναι. “Become what you are”. Πώς μπορεί ένας Έλληνας σκηνοθέτης να ζει στην Αθήνα και να γυρίσει εκεί μια αμερικάνικη ταινία, μια ταινία με αμερικάνικους διαλόγους; Υπάρχει ένα αδιέξοδο δηλαδή. Ή να γράψει ένα μυθιστόρημα, τι περιμένεις να διαβάσεις από ένα νέο συγγραφέα που ζει στην Αθήνα; Δεν περιμένεις ιστορίες ανθρώπων που ζουν σ’ αυτή την πόλη; Ακόμα και τη γλώσσα των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτή την πόλη, τις εκφράσεις, τον τρόπο που μιλάνε. Δεν ξέρω κανέναν σπουδαίο καλλιτέχνη Άγγλο, Αμερικανό, Γάλλο κτλ. που να μην είναι ταυτισμένος με τη γλώσσα του και με τον τόπο του. Δεν ξέρω κανέναν τραγουδοποιό που να μην έχει γράψει ένα σπουδαίο τραγούδι για την πόλη του ή για την πατρίδα του. Πώς θα τα κάνεις όλα αυτά, τραγουδώντας στα Αγγλικά; Εκτός αν γίνουμε ένα έθνος αγγλόφωνο, αν πάμε προς τα εκεί και δεν το ‘χω καταλάβει.

Μήπως πάμε;
Ν.Π.: Μπορεί... Αν έφευγα απ’ την Ελλάδα και πήγαινα να ζήσω στο Βερολίνο ή στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, εμένα με ιντριγκάρει τώρα η ιδέα να γράψω στα αγγλικά. Αλλά πώς θα το έκανα αυτό; Θα το έκανα αν ζούσα ένα χρόνο σε μια ξένη πόλη και έμπαινα στο ρυθμό της ζωής και της γλώσσας. Αλλιώς αυτό το πράγμα έχει τη θλίψη ενός ανθρώπου που ζει κάπου αλλά θέλει να ζει κάπου αλλού, αυτό μου προκαλεί μια θλίψη. Και δεν είναι καινούργιο αυτό. Με ρωτάνε πολλοί: «πώς βλέπεις αυτή τη νέα μόδα;» Δεν είναι καθόλου νέα μόδα. Όταν ξεκινήσαμε με τους Φατμέ, παίζαμε σε συναυλίες, σε φεστιβάλ, με 30-40 άλλα γκρουπ συνομηλίκων μας, από τους οποίους οι μόνοι που τραγουδούσαν ελληνικά ήμασταν εμείς και οι Μουσικές Ταξιαρχίες του Πανούση. Και μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς έκαναν τερατώδη επιτυχία όπως οι Sharp Ties. Τότε που βγήκαμε, δεν πουλήσαμε εμείς, οι Sharp Ties πούλησαν, τα 5πλάσια από εμάς, ίσως και παραπάνω. Αλλά δεν πάει πουθενά αυτό.

Πλησιάζοντας προς το τέλος, ήθελα να σας ρωτήσω αν ξεχωρίζετε κάποια ονόματα από τη νέα γενιά καλλιτεχνών, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Και γενικά, από ό,τι ακούσατε τελευταία, τι θεωρείτε ότι αξίζει να προτείνετε στους αναγνώστες του Ορφέα;
Ν.Π.: Στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία, υπήρχε λίγο κόλλημα στο να βγούνε νέα πρόσωπα. Οι πιο ωραίες δουλειές που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια, είναι δουλειές παλιότερων μουσικών. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό. Ελπίζω ότι θα ξεκολλήσουμε. Πάντως από καινούργια, χάρηκα πάρα πολύ το λάιβ του Μαραβέγια που πήγα και είδα. Δεν μπορώ να πω ότι άκουσα κάποιο δίσκο καινούργιου καλλιτέχνη και συγκινήθηκα εκτός αν ξεχνάω... Έχετε εσείς να μου θυμίσετε κάποιους;

Υπάρχουν τελευταία πολλοί νέοι τραγουδοποιοί όπως η Δανάη Παναγιωτοπούλου, ο Δημήτρης Αρναούτης, η Μάρω Μαρκέλλου...
Ν.Π.: Α, τη Μαρκέλλου, όταν την άκουσα με τον Φοίβο (Δεληβοριά), μου έκαναν εντύπωση τα τραγούδια της, μου άρεσαν. Έχω πάρει τον δίσκο αλλά δεν έχω προλάβει να τον ακούσω. Μου άρεσαν οι στίχοι της. Τους υπόλοιπους που λες δεν τους έχω ακούσει. Από ξένα...

Θα πάτε να δείτε τον Paul Weller;
Ν.Π.: Πήγα χτες να δω τους Depeche Mode.

Ωχ!
Ν.Π.: Πάθαμε τρομερή νίλα! 5 ώρες να πάμε και νά ‘ρθουμε και να μη δούμε συναυλία! Μεγάλη γκίνια... Ναι, τον Weller θέλω να τον δω. Μου αρέσουν και πιο ποπ πράγματα, οι Coldplay ας πούμε μου αρέσουν πολύ. Και πιο γκαζωμένες μπάντες όπως οι Arctic Monkeys. Έχουν βγει διάφορα ωραία κιθαριστικά γκρουπ τελευταία. Και οι Kings Of Leon μου αρέσουν, ωραία μπάντα, θυμίζουν λίγο Creedence Clearwater Revival, απλό αμερικάνικο πράγμα. Κάποια εποχή άκουγα πολύ Rachid Taha, Nitin Sawhney… Τελευταία δεν έχω βρει κάτι ιδιαίτερο σε αυτή τη σκηνή, την πιο έθνικ. Για κάποια χρόνια είχα σταματήσει να ακούω ροκ, βαριόμουν, μου φαίνονταν όλα ρετρό, σαν να προσπαθούσαν να ξαναφτιάξουν τους Beatles ή τους Stones.

Αυτό είναι ένα μεγάλο άχτι...
Ν.Π.: Ναι, οι Εγγλέζοι ειδικά το ‘χουν, έχουν τρέλα.

Για τους Scorpions γιατί έχει γίνει τόσο κουβέντα και απορία και έκπληξη που πάει ο κόσμος να τους δει στην Ελλάδα;
Ν.Π.: Ε, μα είναι απορίας άξιο! (γέλια)

Πώς το εξηγείτε; Το ότι γεμίζουν κάθε καλοκαίρι ένα Καραϊσκάκη είναι θέμα νοσταλγίας ή απλά ο πολύς κόσμος δεν παρακολουθεί την εξέλιξη αυτής της σκηνής;
Ν.Π.: Τι να πω, είναι πολύ λυπηρό οι Scorpions να έχουν τέτοιο ρεύμα. Κάτι τέτοια με κάνουν και απελπίζομαι.

Το ρωτάω γιατί διάβαζα για τη συναυλία που ετοιμάζουν και διάβασα αρκετά σχόλια που το έβλεπαν με απορία, ότι μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό. (γέλια)
Ν.Π.: Ε, δεν είναι για απορία να ασχολείσαι με τους Scorpions; Εγώ δεν ασχολιόμουνα ποτέ με τους Scorpions, τους θεωρούσα αστείο γκρουπ. Αλλά τώρα ειδικά... Τι άλλο... Μου άρεσε πολύ το δισκάκι του David Byrne με τον Brian Eno, Everything That Happens Will Happen Today, το οποίο δεν είναι πειραματικό όπως το παλιό που είχαν κάνει (My Life In The Bush Of Ghosts), είναι απλά τραγούδια με μουσική του Eno και στίχους του Byrne. Πολύ ωραίο.

Είναι και τόσο μεγάλη η παραγωγή πια που δυσκολεύεται κανείς, ακόμα κι αν έχει ακούσει, να θυμηθεί και να ξεχωρίσει πράγματα. Ακούμε πάρα πολλά πια νομίζω... Ίσως είναι κι αυτός ένας λόγος που δεν πουλάνε πια οι κυκλοφορίες τόσο. Δεν προλαβαίνει ο κόσμος να απορροφήσει.
Ν.Π.: Επίσης, εγώ αισθάνομαι ότι θα είναι μια καλή χρονιά για το ελληνικό τραγούδι φέτος και νομίζω ότι η κρίση θα μας κάνει καλό. Ήδη βλέπω ότι έκανε ο Αλκίνοος (Ιωαννίδης) πολύ καλό δίσκο, έκανε ο Ζιώγαλας πολύ καλό δίσκο... Τώρα βγαίνουν καινούργιοι δίσκοι, του Δρογώση, του Δημητριάδη, γενικά υπάρχει μια κίνηση. Αλλά πρέπει να συμπληρωθεί αυτό από νέα πράγματα. Αν κρίνω από τα καινούργια που άκουσα στο λάιβ του Μαραβέγια, νομίζω ότι ο δεύτερος δίσκος του θα είναι καλύτερος απ’ τον πρώτο. Η μεγάλη του δύναμη είναι το λάιβ.

Τον είδα με τον Καλαντζόπουλο και μου έκανε κι εμένα μεγάλη εντύπωση.
Ν.Π.: Και μόνος του είναι πολύ ωραίος γιατί είναι φοβερή η μπάντα, πάρα πολύ δεμένη και πάρα πολύ αφοσιωμένη σε αυτόν, σε αυτό που κάνουν.

Είναι μόδα παγκοσμίως οι επανασυνδέσεις συγκροτημάτων. (γέλια) Θα επιχειρούσατε μια επανασύνδεση των Φατμέ, έστω για να δείτε τι θα μπορούσε να βγει αν παίζατε μαζί ξανά, σαν δοκιμή;
Ν.Π.: Θα το έκανα μόνο αν πραγματικά μού έλειπε και μέχρι στιγμής δεν μού ‘χει λείψει. Δεν θέλω να πω ότι θα ‘ταν αποτυχία, ότι θα ‘ταν ψεύτικο, γιατί μπορεί όντως να αισθανθώ την ανάγκη κάποια στιγμή να ξαναβρεθούμε για να δούμε τι μπορούμε να βγάλουμε. Μέχρι στιγμής δεν μου έχει συμβεί. Βέβαια, ξαναβρεθήκαμε μια φορά το ’96, όταν έκανα τον Άσωτο Υιό και ηχογραφήσαμε ξανά το ταξίδι. Ήταν σαν ένας φόρος τιμής στη δεκαετία του ’80 που την περάσαμε μαζί. Κι ήταν ωραία, ήταν συγκινητικά. Αλλά το να ξαναβρεθείς με τους άλλους και να μπεις πάλι σε δημιουργική διαδικασία είναι πολύ σπάνιο, ελάχιστες φορές έχει συμβεί. Συνήθως βρίσκονται για μια τουρνέ για να λύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα.

Βάζετε σε μια ιεραρχία τα τραγούδια σας; Ακούω πολλούς καλλιτέχνες να λένε: «είναι όλα τους παιδιά μου» και να μην αποκαλύπτουν αν προτιμούν κάποια έναντι κάποιων άλλων.
Ν.Π.: Παιδιά μας είναι όλα αλλά μερικά είναι και καθυστερημένα, τι να κάνουμε; (γέλια) Δε σημαίνει ότι δεν τα αγαπάμε κι αυτά, καλά είναι αλλά είναι καλό και το να βλέπεις ότι ένα παιδί είναι πιο ωραίο απ’ το άλλο, πιο έξυπνο.

Υπάρχουν κάποια τραγούδια σας που αγαπάτε ιδιαιτέρως;
Ν.Π.: Ε, ναι, βέβαια. Υπάρχουν τραγούδια που τα ‘χει αγαπήσει πολύ ο κόσμος και τα αγαπάω κι εγώ και τα λέω πάντα στις συναυλίες μου, όπως τα Ψέματα ή το Ταξίδι, τραγούδια που νομίζω ότι ποτέ δεν τα έχω παραλείψει από ένα λάιβ μου. Υπάρχουν και τραγούδια που δεν τα ‘χει ανακαλύψει ο κόσμος και τα αγαπάω. Αυτά καμιά φορά δυσκολεύομαι να τα βάλω σε ένα λάιβ αφού ο κόσμος περιμένει να ακούσει τα πιο γνωστά ή τα βάζω με μέτρο, 2-3 κάθε φορά. Τέτοια είναι Το Βουνό ή κάποια που δεν ακούστηκαν καθόλου όπως Η Δίνη από τη Δίψα ή το Δεν Είμαι Από ‘Δω από τα Παιχνίδια Με Το Διάβολο. Κάποια απ’ αυτά είναι και κρυφά τραγούδια. Σκέφτομαι κάποια στιγμή να αρχίσω να ηχογραφώ μια σειρά από τέτοια τραγούδια, να τα ξαναγράψω μόνος μου, με ό,τι μπορώ να παίξω εγώ, με μια κιθάρα, με ένα πιάνο, με δυο κιθάρες... Μάλιστα σκέφτομαι να αρχίσω να το κάνω από τώρα. Στο λάιβ τελικά καταλήγεις, και το θεωρώ και σωστό εγώ, να διαλέξεις απ’ τα τραγούδια που αγαπάει ο κόσμος πιο πολύ γιατί έτσι κυλάει και το λάιβ πιο ωραία. Τώρα που έπαιζα στο Κύταρρο έπαιξα 3 καινούργια απ’ τη Στροφή. Θεωρώ ότι το λάιβ είναι μια άλλη υπόθεση από τον δίσκο. Δεν είναι ότι επειδή έβγαλα δίσκο, ελάτε εδώ, καθήστε τώρα να ακούσετε 10 τραγούδια γιατί είναι τα καινούργια μου και θέλω να τα παίξω. Όταν πηγαίνω σε μια συναυλία και το κάνει κάποιος άλλος, μου τη σπάει οπότε γιατί να το κάνω εγώ; Σκέφτομαι και σαν ακροατής δηλαδή.

Συνεχίσαμε να συζητάμε για αρκετή ώρα ακόμα. Είπαμε για το νέο αίμα της ελληνικής μουσικής σκηνής, για τις συναυλίες του καλοκαιριού και τα βιντεοκλίπ που ετοιμάζει. Μου έλυσε μια απορία σχετικά με μια συγχορδία στο Τι Σε Νοιάζει Εσένα και είχε την καλοσύνη να με ρωτήσει τη γνώμη μου για το ποιο θα πρέπει να είναι το επόμενο σίνγκλ από τη Στροφή (για την ιστορία, εγώ θα διάλεγα το Ο Τρελός Θεός). Κάποια στιγμή άρπαξε την Casino και μου την έδωσε: «για δες την αυτή να μου πεις, έχει διαφορά απ’ τη δικιά σου;» Είχε πράγματι. Γρατζουνώντας την, του είπα ότι είμαι μεγάλος φαν των Beatles. «Να κάτι που θα έπρεπε να είναι προφανές για όλους αλλά δεν είναι» ήταν η απάντησή του.
Αποχαιρετώντας τον και βγαίνοντας στο δρόμο, μετά από δύο ώρες κουβέντας, ένοιωθα ότι περπατάω λίγο πάνω από το έδαφος. Ξόδεψα όλη τη διαδρομή με το λεωφορείο μέχρι το σπίτι μου, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω ότι είχα συναντήσει τον Νίκο Πορτοκάλογλου και το ότι είχα στα ακουστικά μου τα τραγούδια του δεν βοηθούσε ιδιαίτερα. Το έχω ξαναγράψει: η ζωή μερικές φορές είναι πολύ γενναιόδωρη...

Επιστροφή στα Νέα     


Copyright 2011 © Nikos Portokaloglou